- ἐμπέτασμα
- ἐμ-πέτασμα, τό, Decke, Vorhang
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
εμπέτασμα — το (AM ἐμπέτασμα) παραπέτασμα νεοελλ. χαρτί για επικάλυψη τής εσωτερικής επιφάνειας τοίχου, ταπετσαρία … Dictionary of Greek
ἐμπετάσμασι — ἐμπέτασμα curtain neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπετάσμασιν — ἐμπέτασμα curtain neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπετάσματα — ἐμπέτασμα curtain neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)